The Murderer of Laius and the Crows

Themes

Ancient Greek quotations and English translations are taken from:

Lloyd-Jones (1994), Sophocles I: Ajax, Electra, Oedipus Tyrannus [Loeb Classical Library], Harvard University Press, Cambridge, MA and London.

___________ (1994), Sophocles II: Antigone, Women of Trachis, Philoctetes, Oedipus at Colonus [Loeb Classical Library], Harvard University Press, Cambridge, MA and London.

Henderson (2002), Aristophanes IV: Frogs, Assemblywomen, Wealth [Loeb Classical Library], Harvard University Press, Cambridge, MA and London.

Quotations from Marios Pontikas’ “The Murderer of Laius and the Crows” are from:

Pontikas, Άπαντα τα Θεατρικά, τομ. Γ, Aigokeros Publications, Athens.

 

 Plot

Laius’ Murderer and the Crows is an one-act play with a twofold structure. The play opens with an old and weary man entering a TV studio in order to give a press conference about his killing of a ghost identified by experts as Laius, Oedipus’ father. In his monologue the Man, who remains unnamed throughout, refers to a series of peculiar events that seem to reconstruct the myth of Oedipus, even though on his part he denounces – at least in public – any identification with the tragic hero. At the end of his account, a She-Crow impersonating a woman enters the studio. In her speech the She-Crow throws into relief the constraints of language as a means of communication and incites her human audience to come to grips with and explore other neglected forms of communication, such as extralinguistic cues and gestures. Before leaving the studio she openly accuses the Man of being “the murderer he is looking for”.

 

Page 226

Είχε νυχτώσει. Που πάει να πει ότι η νύχτα είχε προχωρήσει; Δεν είναι ακριβές! Και εφ’ όσον πρέπει να είμαι ακριβής, οφείλω να πω ότι η νύχτα δεν είχε προχωρήσει. Για την ακρίβεια το σκοτάδι έρρεε αργά προς την πλευρά της ημέρας, αυτό μπορώ να το βεβαιώσω, αλλά δεν την εκάλυπτε πλήρως. (Παύση.) Ούτε ήταν φεγγαρόφωτη η νύχτα. Βάζω το χέρι μου στη φωτιά, δεν είχε φεγγάρι αυτή η νύχτα για να φωτίσει τα σκοτάδια της. Η νύχτα δε διέθετε αυτή την ευκολία. Νύχτωνε; Φύσαγε; Ούρλιαζαν οι λύκοι; Όχι όμως με τον γνωστό τρόπο που ουρλιάζουν οι λύκοι…. Γι’ αυτό λέω ότι το φως της ημέρας δεν είχε χαθεί εντελώς και ότι το σκοτάδι της νύχτας χυνόταν προς την πλευρά της ημέρας, με μια ταχύτητα απροδιόριστη.

The opening of the play and the Man’s agonizing and frustrating attempts to express himself as accurately as possible bring to the fore a theme that also permeates Sophocles’ Oedipus Tyrannus as a whole; namely, the limits of language and the inability of words adequately to convey meaning. Throughout Sophocles’ play Oedipus eagerly searches for Laius’ murderer but proves unable to comprehend the numerous hints and cues, which clearly point to him as the perpetrator of the crime.

 

Pages 226-7

ΑΝΤΡΑΣ: Οι λύκοι γελούσαν, ο αέρας κροτάλιζε και η νύχτα αγκαλιαζόταν με την ημέρα, όταν τη στιγμή του ουράνιου οργασμού τους (ένταση) σχίστηκε η γη που πατούσα – για την ακρίβεια ένα τρίστρατο που οι βοσκοί ονομάζουν Σχιστή – κι από το χάσμα βγήκε μπροστά μου το φάντασμα του γέρου που οι ειδικοί λένε ότι ήταν ο Λάιος.

The Man’s reference to the forking road (τρίστρατο), in conjunction with the appearance of Laius’ ghost, is a transparent allusion to the place of Laius’ murder in Sophocles Oedipus Tyrannus. In Sophocles the place is first described by Jocasta: “And he [Laius], as the story goes, was murdered one day by foreign robbers at the place where three roads meet” (715-16). A few lines further down Jocasta specifies the location: “The country is called Phocis, and the road divides (σχιστὴ δ᾽ὁδός); it goes to the same point from Delphi and from Daulis” (733-4). Pontikas keeps the detail of the crossroad, but innovates by naming it “Σχιστή”. The name lends itself to various linguistic associations: Laius’ ghost is said to have leapt from a chasm (σχισμή in Modern Greek) on the Earth’s surface (σχίστηκε η γη που πατούσα). These are surely part of Pontikas’ preoccupation with language and the construction of meaning.

 

Page 227

ANTΡΑΣ: Χωρίς να χάσει χρόνο, μου ξεκαθαρίζει με ακατέδεχτο ύφος και βλέμμα που δε σήκωνε αντίρρηση και με μια χειρονομία όλο περιφρόνηση, να κάνω στην άκρη για να περάσει. Θυμάμαι τι ακριβώς του είπα. Αν πιστεύεις, του λέω, ότι θα παραμερίσω εγώ, είσαι πολύ γελασμένος. Θυμάμαι τι ακριβώς μου απάντησε: μην επαναλάβεις, μου λέει, το ίδιο λάθος και μ’ έσπρωξε ελαφρά με το ξίφος του για να περάσει. Θύμωσα, δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, θύμωσα πολύ. Ποιος, είσαι εσύ, του λέω, που μου μιλάς έτσι; Και τι εννοείς λάθος; Ποιο λάθος να μην επαναλάβω; Ξανασήκωσε το ξίφος του και μ’έσπρωξε ελαφρά. [….] Γυρίζω κι εγώ την αυτόματη επαναληπτική καραμπίνα επάνω του και πυροβολώ: o υπεραιωνόβιος γέροντας πέφτει, κατρακυλάει μέσα στο χάσμα της γης, χάνεται μέσα στα βάθη του, το χάσμα κλείνει.

The events elaborately described by the Man bring to mind Oedipus’ account of his encounter with Laius and his entourage in Sophocles (800-13); in both cases the murder takes place at the juncture of three roads, while both Oedipus and the Man perpetrate their crime in response to Laius’ attempt to push them off the road. Pontikas, however, diverges from his tragic predecessor on several points. In his version, Laius appears alone, without his entourage and carriage, and in the form of a ghost. Moreover, he strikes the Man with a sword instead of a double-pointed goad, while the Man kills him with a revolving shotgun. What is more, Pontikas innovates by presenting Laius’ ghost to warn Oedipus not to repeat the same mistake twice. Ironically, by using a revolving cylinder shotgun the Man repeats the mistake not only twice but multiple times. Finally, whereas in Sophocles Oedipus emphasises that Laius tried to push him out his way by force (πρὸς βίαν 805), the Man confesses (twice) that Laius’ ghost merely pushed him ‘lightly’ (ελαφρά) with his sword.

 

Pages 227-8

ΑΝΤΡΑΣ: Προχωρούσα λοιπόν χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω και βλέπω ξαφνικά σ’ ένα βραχάκι να κάθεται ένα πουλί σαν κόρακας, μου φάνηκε, αλλά την ίδια στιγμή ο κόρακας γίνεται πετροπέρδικα. Μόλις με είδε, έγινε πετροπέρδικα, μου φάνηκε. Για να ακριβολογήσω, δεν ήταν πετροπέρδικα, ήταν μια κόρη ολόγυμνη που έμοιαζε με πετροπέρδικα. Και για να είμαι περισσότερο σχολαστικός, ήταν μια πετροπέρδικα με το κορμί ολόγυμνης κόρης. Για να είμαι μάλιστα ειλικρινής με τον εαυτό μου και όχι μόνον ακριβολόγος μ’ εσάς, μου γεννήθηκαν ταυτοχρόνως η επιθυμία να κάνω έρωτα μαζί της και η επιθυμία να τη σκοτώσω… Δεν προλαβαίνω ν’ αποφασίσω, αν γίνεται να μιλάει κανείς για αυτόβουλη απόφαση τέτοιες ώρες, και η πετροπέρδικα μεταμορφώθηκε σ’ ένα τέρας που αμέσως αναγνώρισα. Ήταν η σφίγγα, όπως την ξέρουμε λίγο-πολύ όλοι. [….] Τρέμοντας απ’ το φόβο μου, ακούω τότε τη Σφίγγα να με ρωτάει: Γένος ολέθριο, να σε καταβροχθίσω όσο είναι ακόμα καιρός ή προτιμάς να βρεις «Τι είναι αυτό που έχει μια φωνή και είναι τετράποδο, τρίποδο και δίποδο» και να συνεχίσεις τον προαιώνιο δρόμο σου;

The Sphinx and her riddle clearly allude to Sophocles’ Oedipus Tyrannus. Even though Oedipus’ successful confrontation with the Sphinx is mentioned several times in OT (35-6, 130-1, 391-8), Sophocles remains recitent about the specifics of Sphinx’s actual riddle. Pontikas, who seems to draw on the traditional version transmitted in, among others, Apollodorus and Athenaeus, differentiates the riddle’s function subtly but crucially. In his play, what is expected of the Man is not to find the correct answer (which he deems ridiculously simplistic ‘even for a newborn’), but to decide whether he shall provide an answer and ‘continue his primordial course’ or whether he shall resign himself to being devoured by the Sphinx. Of particular interest is also the Sphinx’s protean nature – her form changes from that of a young woman to that of a partridge and, finally, to that of woman-headed lioness (i.e. a Sphinx). Her mutability is semantically charged and squares well with the principal idea that permeates Pontikas’ play: man’s inability to comprehend the world merely with the power of logos (reason).

 

Page 230

ΑΝΤΡΑΣ Κι αυτή που νομίζω εγώ για μάνα μου να είναι αλλουνού μάνα. Την παντρεύτηΚΑ, δε ΘΑ την παντρευτώ. Έγινε αυτό, τελείωσε! Δεν πρόκειται ΝΑ γίνει, να ξαναγίνει δηλαδή, αν υποθέσουμε ότι ζούσε… Δε ζει, όμως, κρεμάστηκε μια μέρα απ’ τη μουριά στην αυλή του σπιτιού μας και μ’ άφησε με τέσσερα παιδιά. (Σιωπή, σκέφτεται). Έστω τώρα ότι ούτε αυτή [=αυτή που νομίζω για μάνα μου] είναι μάνα μου και είναι μια άλλη που εγώ δεν τη γνωρίζω και ζει ακόμα. Γιατί να την παντρευτώ, μια γριά που θα ’ναι τώρα; Ποιος θα παντρευόταν μια γριά που θα ’ναι τώρα, αυτή που θα ’ναι μάνα μου κι εγώ δεν το ξέρω;»

The Man rules out any possibility of marrying his mother because, as he claims, he has already married her in the past. The information he provides regarding her end – she hanged herself from a sycamore tree, leaving four children behind – is reminiscent of Oedipus’ story; when realising that her husband, Oedipus, is her son, Jocasta hangs herself, leaving behind their four children.

The Man’s argument to the effect that he could never possibly have married his mother, as she would have been too old for that, may be an allusion to ‘Aeschylus’’ similarly comical argument in Aristophanes’ Frogs 1189–94: “[…] Considering that as a newborn they put him in the dead of winter, so he wouldn’t become his father’s murderer when he grew up; then he wandered off on two swollen feet to Polybus; the as a young man he married an old lady; and on top of that she was his own mother; and then he blinded himself.”

 

Pages 230-1

ΑΝΤΡΑΣ Εν πάση περιπτώσει: για να αποδειχθώ εγώ ένας άλλος Οιδίπους, πρέπει να έλθουν τα επάνω κάτω! Και σας δίνω, για άλλη μια φορά, τη μεγαλύτερη απόδειξη! Τι έκανε ο γέρος που αναστήθηκε; Τότε, εκείνα τα παμπάλαια χρόνια που ήταν βασιλιάς της Θήβας; Μόλις γεννήθηκε το παιδί του, δηλαδή ο Οιδίπους, του τρύπησε τους αστραγάλους και έδεσε τα δυο του πόδια, ώστε να μην μπορεί να μπουσουλήσει, και το παρέδωσε σ’ έναν έμπιστο βοσκό για να το πάει στον Κιθαιρώνα και να το αφήσει εκεί, μέσα στα δάση, να το φάνε τα θηρία. […] αυτό που ενδιαφέρει εμένα τώρα είναι ότι ο Λάιος, δηλαδή ο γέρος που αναστήθηκε, τρύπησε τους αστραγάλους του παιδιού, δηλαδή του αληθινού Οιδίποδα. Τρύπησε τους αστραγάλους! Έτσι;

The events recounted by the Man (baby Oedipus’ exposure and the piercing of his ankles) clearly allude to Soph. Oedipus Tyrannus. One of the arguments raised by the Man in his attempt to prove he is not Oedipus is that his own feet have no scars and are not swollen. In fact, he even takes off his shoes and socks and puts up his feet in order to prove his point (Λογικά θα έπρεπε να έχω κι εγώ πρησμένους αστραγάλους, όπως είχε και ο αληθινός Οιδίποδας. Έτσι δεν είναι; Έχω; Φαίνεται κάτι; Βλέπει κανείς κάποιο σημάδι; p. 231) The Man’s denunciation of any association with Oedipus is notable and reminds us of tragic Oedipus’ “blindness” to the numerous hints that clearly pointed to his guilt. His claim that he could be proved to be Oedipus only if things came upside-down takes on an ironic hue because this is precisely what happens in Oedipus Tyrannus, a play replete with unexpected reversals.

 

Page 232

ΑΝΤΡΑΣ Τι να πω, τα παιχνίδια που παίζει η μοίρα δεν τα ξέρω, μπορεί και να ’χουν δίκιο οι σοφοί που ανησυχούν και ερευνούν το φαινόμενο «κακός οιωνός…» μου λένε, έτσι και τότε λένε, πανούκλα θέριζε τη Θήβα και είπε, λένε, το μαντείο των Δελφών, για να γλιτώσει ο κόσμος πρέπει να διώξουνε ή να σκοτώσουνε τον δολοφόνο του Λάιου, δηλαδή τον βασιλιά Οιδίποδα που δεν ήξερε μέχρι τότε ότι αυτός ήταν ο δολοφόνος και όταν το ’μαθε έβγαλε τα μάτια του με τα ίδια του τα χέρια, να βγάλω κι εγώ τα μάτια μου; Nα τυφλωθώ;

The Man’s reference to the plague and the Delphic Οracle bring to mind the opening of Soph. Oedipus Tyrannus. The tragedy opens with a group of citizens that have come to Oedipus to beg him to help put an end to the plague that has ravaged Thebes. While Oedipus is pledging to help, enters Creon, whom Oedipus had sent to Delphi to consult the oracle: he announces that their present troubles are caused by the polluting presence of Laius’ murderer in Thebes.

The Man’s reference to Oedipus’ self-inflicted blinding alludes to the end of Sophocles’ play, where Oedipus, upon realizing his crimes (parricide and incestuous relationship with his mother) and finding Jocasta hanged in her room, gouges his own eyes out. The events are narrated to the Chorus by a Messenger: “There we saw the woman [sc. Jocasta] hanging, her neck tied in a twisted noose. And when he [sc. Oedipus] saw her, with a fearful roar, poor man, he untied the knot from which she hung; and when the unhappy woman lay upon the ground, what we saw next was terrible. For he broke off the golden pins from her raiment, with which she was adorned, and lifting up his eyes struck them, uttering such words as these: that they should not see his dread sufferings or his dread actions, but in the future they should see in darkness those they never should have seen, and fail to recognise those he wished to know” (1263-74)

 

Page 234

ΑΝΤΡΑΣ

(Σιγά, μεταξύ τους.) Ωραία είμαι κι εγώ ένας Οιδίπους, ο παλιός που αναστήθηκε ή ένας καινούργιος. Ε, και;

Even though the Man stubbornly denies any association with Oedipus, towards the end of his monologue he secretly confesses to his daughters that he could, in fact, be Oedipus.

Pontikas’ decision to leave the Man’s identity unspecified seems to build upon an overarching theme of Sophocles’ tragedy. As Charles Segal (Oedipus Tyrannus: Tragic Heroism and the Limits of Knowledge, 20012:4) points out: “The play is a tragedy not only of destiny but also of personal identity: the search for the origins and meaning of our life, our balance between “one” and “many” selves, our recognition of the large areas of darkness about who we “really” are, and the effort to explore the essential mystery of our selfhood.”

Pages 234-5

ΑΝΤΡΑΣ Γιατί δεν ήρθαν τ’ αδέλφια σας; Πάλι μαλώνουν κοτζάμ άντρες; […] Να μου το θυμηθείτε, στο τέλος θα μακελέψουν ο ένας τον άλλο. (Απευθύνεται στη μια του κόρη, που την ψάχνει με τα χέρια, κι αυτή τον αγκαλιάζει). Εσύ θα τους θάψεις και τους δύο! Όπως ο ένας έτσι κι ο άλλος, ξέρεις! Τη μικρή δε θέλω να τη στριμώξεις…

Τhe Man’s prophetic reference to the future confrontation and mutual killing of his two sons, and his admonition to one of his daughters to give burial to both clearly allude to the two Greek plays dealing with the aftermath of Oedipus Tyrannus, namely Aeschylus’ Seven against Thebes and Sophocles’ Antigone. The former recounts the clash between an army of Argives led by Polynices and a Theban army led by his brother Eteocles; the latter revolves around Antigone’s violation of Creon’s edict to leave Polynices’ dead body unburied. The Man’s warning to his daughter not to involve her younger sister (i.e. Ismene) in the burial of their brothers is again an allusion to Antigone’s urging Ismene to help her in Sophocles’ play.

 

Mythic Characters

Man

The Man’s identity remains blurred throughout the play, a feature that tallies with Pontikas’ decision to leave him unnamed. The Man appears to be a stockbreeder – the evening of the murder he had gone out in order to shoot the wolves that ravaged his herds. Gradually, though, a number of events invite us to draw links between the Man and Sophocles’ Oedipus. Not only does he murder Laius’ ghost at the very spot where the tragic hero had committed parricide, he also informs us that his wife hanged herself leaving him with four children, a transparent allusion to Jocasta’s end and her children with Oedipus (Antigone, Ismene, Polynices, Eteocles). Nevertheless, the Man denounces any association with Oedipus, even though eventually he does confess to his daughters that he could be Oedipus (Ωραία, είμαι κι εγώ ένας Οιδίπους, ο παλιός που αναστήθηκε ή ένας καινούργιος. Ε, και; p. 234)

 

The Man’s Daughters

The identity of the two women that escort and affectionately assist the Man is disclosed halfway through the first monologue, when the Man introduces them as his daughters. The implicit association between the Man and Oedipus encourages us to identify them with Oedipus’ daughters, Antigone and Ismene. This identification appears all the more likely as at the end of the monologue the Man, foreseeing the fatal clash of his two sons (i.e. Polynices and Eteocles), admonishes one of his daughters (i.e. Antigone) to bury them both without involving her sister (i.e. Ismene). The two women remain reticent throughout, even when the Man addresses them directly. Their silence harks back to their status as mute characters in Sophocles’ play.

 

Language

Page 226

ΑΝΤΡΑΣ: Οι λύκοι γελούσαν, ο αέρας κροτάλιζε και η νύχτα αγκαλιαζόταν με την ημέρα, όταν τη στιγμή του ουράνιου οργασμού τους (ένταση) σχίστηκε η γη που πατούσα¾για την ακρίβεια ένα τρίστρατο που οι βοσκοί ονομάζουν Σχιστή κι από το χάσμα βγήκε μπροστά μου το φάντασμα του γέρου που οι ειδικοί λένε ότι ήταν ο Λάιος.

 The name Σχιστή, which Pontikas ascribes to the place of the murder, alludes to Soph. Oedipus Tyrannus 733-4, where Jocasta specifies ‘a place where three roads meet’ (σχιστὴ δ᾽ὁδός) as the site of Laius’ murder.

 

Pages 241-2

ΓΥΝΑΙΚΑ «Γιατί εσύ είσαι το ανόσιο μίασμα της χώρας.»

[…]

ΑΝΤΡΑΣ (Aδύναμος) «Με τόση αναίδεια ξεστόμισες αυτά τα λόγια; Και θα γλιτώσεις έχεις την εντύπωση;»

ΓΥΝΑΙΚΑ «Έχω γλιτώσει. Δύναμή μου είναι η αλήθεια.»

[…]

ΑΝΤΡΑΣ «Και ποιος στην έμαθε; Όχι βέβαια η τέχνη σου.»

[…]

ΓΥΝΑΙΚΑ «Από σένα, εσύ, χωρίς να θέλω, μ’ έκανες να μιλήσω.»

ΑΝΤΡΑΣ «Και τι μου είπες; Πες το ξανά για να το μάθω πιο καλά.»

ΓΥΝΑΙΚΑ «Δεν το κατάλαβες πιο πριν; Ή με δοκιμάζεις;»

ΑΝΤΡΑΣ «Δεν κατάλαβα καλά το νόημα. Για ξαναπές το…»

ΓΥΝΑΙΚΑ «Ο φονιάς που ψάχνεις, λέω, είσαι εσύ».

The stichomythia between the Man and the Woman that rounds off the play is a translation of lines 353-62 from Oedipus Tyrannus. In fact, this piece of information is explicitly provided by Pontikas in the subtitle of his play:

Ο Δολοφόνος του Λάιου και τα Κοράκια

(Δύο μονόλογοι για άντρα και γυναίκα, κι ένας μικρός διάλογος μεταξύ τους, αυτούσιος από την τραγωδία του Σοφοκλή Οιδίπους Τύραννος, στ. 355-363).

Yet, whereas in Sophocles the stichomythia takes place between the seer Teiresias and Oedipus, in Pontikas Teiresias’ place is taken by the She-Crow.

 

Page 233

ANTΡAΣ  Α…

Βλέπω συχνά στον ύπνο μου, να πω κι αυτό,

χορό αντρών

κάτι λεβέντικο αλλά και κάτι φοβισμένο

[…]

Με καταλάβατε; Ήθελα να πω… (Δυσκολεύεται).

Ήθελα να πω…

Τhe Man’s reference to a ‘Chorus of men’ evokes the choral parts of Greek tragedy. Pontikas tries to enhance this association by interspersing verses in ancient Greek from the choral parts of Oedipus Tyrannus: “ιω γενεαί βροτών, ως υμάς ίσα και το μηδέν / ζώσας εναριθμώ” comes from lines 1186-8, while “βροτών ουδέν μακαρίζω” from lines 1195-6. The first two lines are repeated twice, the first time with a slight modification of the original: “ιω γενεαί βροτών, ως υμάς ίσα και το μηδέν / ζώσας εν αριθμω”. Here the ancient Greek verb ἐναριθμῶ which means “to estimate” is replaced with the prepositional phrase εν αριθμώ which means “in number”. The two words are homophones: they sound the same, but are different in meaning. Albeit seemingly insignificant, this slight modification should be seen as part and parcel of Pontikas’ preoccupation with the limits of language as a means of communication.

 

Bibliography

Liapis, V. 2008. “Η λογοτεχνική πρόσληψη της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας τον εικοστό (και τον εικοστό πρώτο) αιώνα”, in A. Markantonatos and Ch. Tsagalis (eds.), Αρχαία Ελληνική Τραγωδία: Θεωρία και Πράξη (Athens: Gutenberg), 265-447, esp. 296-302.

______ 2004. “Διαβάζοντας Σοφοκλή τον 21ο αιώνα: η αναψηλάφηση του οιδιπόδειου μύθου στο θεατρικό έργο του Μάριου Ποντίκα Ο δολοφόνος του Λάιου και τα κοράκια”, in XII International Meeting on Ancient Greek Drama 2004: Symposium Proceedings (Athens: European Cultural Centre of Delphi), 161-76.

Print Friendly
facebooktwitterpinterest

Leave a reply